15 Και έλαβε Κύριος ο Θεός τον άνθρωπον
και έθεσεν αυτόν εν τω παραδείσω της Εδέμ διά να εργάζηται αυτόν και
να φυλάττη αυτόν.
16 Προσέταξε δε Κύριος ο Θεός εις τον
Αδάμ λέγων, Από παντός δένδρου του παραδείσου ελευθέρως θέλεις
τρώγει,
17 από δε του ξύλου της γνώσεως του
καλού και του κακού δεν θέλεις φάγει απ' αυτού· διότι καθ' ην ημέραν φάγης απ' αυτού, θέλεις εξάπαντος αποθάνει.