ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΕΝΟΣ ΠΡΩΗΝ ΙΕΡΕΩΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΙΔΕ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ
Ο Απόστολος Παύλος γράφει στο ευαγγέλιο:
"Όταν ήμουν μωρό παιδί, μιλούσα σαν μωρό παιδί, έκανα κρίσεις μωρού παιδιού, σκεφτόμουνα σαν μωρό παιδί. Όταν όμως έγεινα άνδρας, άφησα τα του μωρού παιδιού" (Α΄ Κορινθίους: ιγ' 11).
Ο άνθρωπος γεννιέται σ' αυτόν τον κόσμο βυθισμένος στην άγνοια και στην αμάθεια, χωρίς να γνωρίζει ούτε τον εαυτό του ούτε το περιβάλλον του. Τον χαρακτηρίζει πάντοτε η άγνοια της παιδικής ηλικίας. Με την δύναμη όμως του Θεού και καθώς τα χρόνια περνούν, ο άνθρωπος αναπτύσσεται έτσι ώστε από την αναισθησία έρχεται στην αίσθηση και από την άγνοια στην γνώση. Σ' αυτή την κατάσταση βρέθηκα κι' εγώ. Σύμφωνα με το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσα και την νουθεσία των γονέων μου, πράγματι απέκτησα κάποια γνώση για τον εαυτό μου και το περιβάλλον μου, υποστηρίζοντας πάντοτε με φανατισμό τις πεποιθήσεις τις οποίες σχημάτισα επηρεασμένος απο την διδασκαλία των γονέων μου και των διδασκάλων μου. Όλα αυτά εμόρφωσαν την νεανική μου ζωή με τον φόβο απέναντι στον Θεό. Γι' αυτό αποφάσισα να αφήσω την κοσμική ζωή και να φορέσω το καλογερικό σχήμα, νομίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό θα σώσω την ψυχή μου και θα υπηρετήσω τον Κύριο.
Στο Μοναστήρι όμως κατάλαβα ότι κάθε άλλο παρά υπηρετούσα τον Θεό ή ότι θα έσωζα την ψυχή μου. Εν πάση περιπτώσει με έκριναν κατάλληλο για τον βαθμό της ιερωσύνης και έτσι στις 13 Ιουνίου 1943 φόρεσα το ιερατικό ράσο, και παρέμεινα ως κληρικός του Ορθοδόξου Δόγματος επί 12 ακριβώς χρόνια.
Πώς όμως είναι βέβαιο ότι πίστευα στην αλήθεια του Θεού και όχι στα εντάλματα και στις παραδόσεις που πρόσθεσαν οι άνθρωποι στην Θρησκεία, δια μέσου των αιώνων;
Πώς είναι βέβαιο ότι δεν πλανήθηκα μαζί με τους γονείς μου και το περιβάλλον μου; Ένα αρχαίο γνωμικό λέει: "Το γινώσκειν εαυτόν, χαλεπώτερον εν ανθρώποις" και αυτό το γνωμικό μαρτυρεί και φανερώνει ότι οι άνθρωποι βρίσκονται σε άγνοια. και εξ' αιτίας αυτής της άγνοιας δέν γνώρισαν την φύση του Θεού και του ανθρώπου. Συνεπώς δέν απέδωσαν ούτε την αξία που πρέπει στον Θεό, ούτε την ανθρώπινη αξία στον άνθρωπο, επειδή η άγνοια φύτεψε στην καρδιά τους λανθασμένες δοξασίες, οι οποίες τους πλανούν και τους εξαπατούν όχι μόνο στα ζητήματα της ζωής, αλλά ακόμα και στην αληθινή λατρεία του Θεού.
Ακριβώς σ' αυτή την κατάσταση βρέθηκα κι' εγώ, χωρίς βεβαίως να το γνωρίζω. Αλλά ο Θεός δεν με άφησε να πλανώμαι σ' αυτή την φτώχια του πνεύματος μου. Ήλθε βοηθός και με την μελέτη του Θείου Λόγου Του, μου φανέρωσε τον δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσω για να προοδεύσω και να φτάσω στο στάδιο εκείνο της πνευματικής ζωής , ώστε να είμαι πλέον υπηρέτης όχι του γράμματος, αλλά του πνεύματος.
Μελετώντας την Αγία Γραφή, ανακάλυψα την σπουδαία φράση του Κυρίου: "Μακάριοι όσοι είναι πτωχοί στο πνεύμα, διότι εις αυτούς ανήκει η Βασιλεία των Ουρανών".
Τα λόγια αυτά είναι η καθαυτή αρχή της πνευματικής προόδου. Αυτή η φράση του Κυρίου με δίδαξε ότι, με την Δύναμη του Αγίου Πνεύματος, θα πρέπει να ελευθερώσω τον εαυτό μου απο κάθε φιλαυτία, υπερηφάνεια και εγωϊσμό και να γίνω ακριβώς σαν ένα άκακο και αθώο παιδί.
Με τη συστηματική πλέον έρευνα στην Αγία Γραφή, και εξ' αιτίας του φωτός που ο Θείος Φωτοδότης έδινε στην καρδιά μου, ανακάλυψα την αληθινή λατρεία (Ιωάννης: δ' 24), και τον ιδεώδη σκοπό της αποστολής μου σ' αυτόν τον κόσμο (Ματθαίος: κη' 19, - Μάρκος: ιζ' 15).
Ο Λόγος του Θεού άρχιζε πλέον να επηρεάζει την ψυχή μου και μου δίνει την απόλυτη βεβαιότητα ότι οι δοξασίες των πάτριων δογμάτων τις οποίες είχα πιστεύσει, με τους τύπους και τους Βυζαντινισμούς, δέν βρίσκονται σε συμφωνία με όσα δίδαξαν ο Κύριος και οι Απόστολοι. Η Αγία Γραφή μας πληροφορεί ότι, "Ο Θεός είναι Πνεύμα, (Ιωάννης: δ' 24). Συνεπώς και η προς Αυτόν λατρεία και προσκύνηση πρέπει να είναι ανάλογη με την πνευματική φύση του Θεού. Όταν όμως μεσολαβούν υλικά πράγματα (εκκλησιαστικά σκεύη, άμφια κ.λ.π.), τότε ασφαλώς η λατρεία δεν είναι πνευματική, επειδή η φύσις αυτών των υλικών πραγμάτων δεν είναι καθόλου ανάλογη με την πνευματική φύση του Θεού.
Αυτή την πνευματική λατρεία την βλέπουμε σε όλο το βάθος και το περιεχόμενο της στην πρώτη Αποστολική Εκκλησία. Η Εκκλησία της Αποστολικής εποχής ουδέποτε εχρησιμοποίησε ιεροτελεστίες και ιερατικές παραστάσεις ή υλικά αντικείμενα και μέσα, αλλά οι τότε πιστοί, "ενέμενον εις την διδαχήν των αποστόλων και εις την κοινωνίαν και εις την κλάσιν του άρτου και εις τας προσευχάς" (Πράξεις Αποστόλων: β' 42).
Μόλις ο Κύριος φανέρωσε στην ψυχή μου αυτές τις αλήθειες, έπαυσα πλέον να πιστεύω στα πάτρια δόγματα και στις σημερινές θρησκευτικές παραδόσεις του Ορθοδόξου Δόγματος. Όταν μάλιστα η προϊσταμένη μου αρχή με χαρακτήρισε ως "αιρετικόν", άρχισα τότε ν' αντιμετωπίζω δύσκολες περιστάσεις. Μολαταύτα, πολλή παρηγοριά μου έδινε ο Λόγος του Θεού, ότι ο Θεός δέν θα με άφηνε να πειρασθώ παραπάνω απ' όσο μπορούσα να κρατήσω (Β' Κορινθίους: ι' 13). Κι' έτσι με θάρρος πάντοτε επαναλάμβανα δυνατά τα ενθαρρυντικά λόγια του Αποστόλου Παύλου: "Τα πάντα δύναμαι δια του ενδυναμούντος με Χριστού".
Κατάλαβα ότι έπρεπε να περάσω απο κάποιο καμίνι, για να χαλυβδώσω τον χαρακτήρα μου και να αποδείξω την εμπιστοσύνη μου προς τον Θεό. Ήμουν δέ απόλυτα βέβαιος, ότι, "αρνί που το βλέπει ο Θεός, ο λύκος δέν το τρώει".
Διαρκώς σοβαρές σκέψεις με απασχολούσαν. Δέν ήταν μόνο ότι ο τελετουργικός τρόπος της λατρείας δεν συμφωνούσε με τον Λόγο του Θεού, αλλά και η ιερωσύνη δεν πρέπει να υπάρχει επειδή, εφόσον ο ίδιος ο Κύριος θυσιάστηκε, σταμάτησε το έργο των ιερέων της Παλαιάς Διαθήκης, επομένως σταμάτησε και η αποστολή τους. Εφόσον ο κύριος έκανε την μοναδική θυσία που προεικόνιζαν οι θυσίες των ιερέων της Παλαιάς Διαθήκης, πρέπει να δεχτούμε ότι, η ιερωσύνη μετατέθηκε στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αυτό ακριβώς τονίζει το Ευαγγέλιο (Εβραίους: ζ' 23-25, και θ' 12). Ο ιλασμός λοιπόν που πέτυχε ο σταυρικός θάνατος του Κυρίου Ιησού Χριστού, δέν δικαιολογεί πλέον την ύπαρξη ιερέων, επειδή δέν γίνονται πλέον θυσίες. Σ' αυτό ο Λόγος του Θεού είναι καθαρός: "Αυτός, αφού πρεσέφερε μίαν θυσίαν υπέρ αμαρτιών... με μίαν προσφοράν ετελειοποίησε διαπαντός τους αγιαζομένους" (Εβραίους: ι' 12-14).
Έπειτα απ' όλα αυτά, μόνο του ήρθε το ερώτημα: Ώστε η ιερωσύνη δέν πρέπει πλέον να υπάρχει; Όχι, απαντά το Ευαγγέλιο. Αφότου ο Χριστός θυσιάστηκε στον Σταυρό, υπάρχει το "Βασίλειον ιεράτευμα" (Α' Πέτρου: β' 5-9) που το αποτελούν όλοι οι πιστεύοντες στον Λυτρωτή Ιησού, ο οποίος "έκαμεν ημάς βασιλείς και ιερείς εις τον Θεόν τον Πατέρα Αυτού" (Αποκάλυψις: α' 6).
Και η συγχώρηση των αμαρτιών δέν δίνεται απο ανθρώπους, ιερείς, αλλά απο τον Ιησού Χριστό, ο οποίος θυσιάστηκε για να συγχωρήσει αμαρτωλούς (Ματθαίος: θ' 6), και η σωτηρία προσφέρεται δια μέσου της πίστεως στο Λυτρωτικό έργο που ο Χριστός έκανε στο σταυρό (Εφεσίους: β' 8-9).
Επομένως, ο ιερατικός κλήρος δέν είναι "ταμειούχος της θείας χάριτος", καθώς λανθασμένα γράφει η Δογματική της Ορθοδόξου Εκκλησίας, και η εξουσία του "δεσμείν και λύειν" (Ματθαίος: ιη' 18), κακώς ερμηνεύεται ότι ανήκει στην αποστολή και στο έργο των ιερέων. Πουθενά η Καινή Διαθήκη δεν αναφέρει ότι οι Απόστολοι του Κυρίου έκαναν χρήση της εξουσίας αυτής, επειδή ουδέποτε οι Απόστολοι εκκάλεσαν τους ανθρώπους για να εξομολογηθούν τις αμαρτίες τους σ' αυτούς. Με το "δεσμείν και λύειν" ο Κύριος έδωσε στους αποστόλους εντολή και εξουσία μόνο πειθαρχική στην χριστιανική κοινότητα.
Μέχρι τον 3ον μ.χ. αιώνα, η χριστιανική εκκλησία θεωρούσε ως ιερείς όλους τους πιστούς, χωρίς καμιά διάκριση, επειδή ο κάθε πιστός είναι μέλος του Μοναδικού ιερέως Ιησού Χριστού. Αυτό το βεβαιώνουν και οι αρχαίοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς, όπως ο Τερτυλλιανός, ο Ιουστίνος, ο Ειρηναίος του 2ου αιώνα, κα ο Ωριγένης του 3ου αιώνα. Επίσης και τα αρχαιότερα συγγράμματα, καθώς λ.χ. "Διδαχή των Αποστόλων", "Επιστολή του Κλήμεντος", και "Επιστολή του Πολυκάρπου" αναφέρουν μόνο δύο τάξεις εκκλησιαστικών προεστώτων, του Επισκόπου ή Πρεσβυτέρου, και του διακόνου. Μόνο οι επιστολές του Ιγνατίου Αντιοχείας, β' αιώνος, αναφέρουν ιερείς και αρχιερείς, αλλά καθώς γράφει ο καθηγητής της Θεολογίας Μπαλάνος στην Πατρολογία του (σελ. 48, 51, και 52), οι επιστολές αυτές νοθεύτηκαν τον 4ο και 5ο αιώνα μ.Χ. Αλλ' εφόσον ο Λόγος του Θεού είναι καθαρός, όλα αυτά δέν έχουν σπουδαία σημασία.
Φωτισμένος πλέον από την Αγία Γραφή, δέν δέχτηκα πρόταση της προϊσταμένης μου αρχής για ν' ανέβω σε ανώτερο ιερατικό βαθμό.
Έχοντας λοιπόν υπ' όψη μου όλα τα παραπάνω, καθώς και την κλίση μου απο τον Κύριο, αποφάσισα οπλισμένος με την πίστη, να απαλλαγώ απο το μεγάλο εμπόδιο της πνευματικής μου προόδου, το ράσο, και αφού κατέθεσα τα σύμβολα της ιερωσύνης, ζήτησα συγνώμη και άφεση των αμαρτιών μου απο τον Θεό και Πατέρα, δια του Αίματος του Ιησού Χριστού, για όσα εν γνώση μου ή εν αγνοία μου, έπραξα στην ζωή μου. Αμέσως ύψωσα και φωνή ευχαριστίας προς στον Θεό για την πολύτιμη υπόσχεση Του ότι, τις ανομίες μου και τις αμαρτίες μου και τις αδικίες μου δέν θα τις θυμάται πλέον (Εβραίους: η' 12).
Έφυγα από την Εκκλησία, την οποία υπηρέτησα ως κληρικός δώδεκα ολόκληρα χρόνια και προσεχώρησα στην Ευαγγελική Εκκλησία, όχι για να γίνω εχθρός της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αλλά περισσότερο φίλος της. Διότι, τώρα πλέον, ως Διαμαρτυρόμενος και ελεύθερος απο τους δεσποτισμούς των Δεσποτάδων, οι οποίοι με ανάγκαζαν να βλέπω μόνο όσο και αυτοί βλέπουν, μπορώ σαν Έλληνας πολίτης, σεβόμενος τους νόμους, να υψώσω την φωνή μου, φωνή πόνου και οδύνης, και να καλέσω τους άλλοτε συναδέλφους μου ιερείς σε μετάνοια: "Μετανοείτε και πιστεύεται στο Ευαγγέλιο".
Τώρα είμαι κληρικός - διάκονος, "όχι του γράμματος αλλά του πνεύματος, διότι τα γράμμα θανατώνει το δέ πνεύμα ζωοποιεί" (Β' Κορινθίους: γ' 6). Τώρα βλέπω πλέον το ιδεώδες της ζωής μου ελευθερωμένο απο τους νεκρούς τύπους και πλαισιωμένο με το άριστο νόημα της πραγματικής πίστεως που θα με βοηθήσει να φυλάξω την παρακαταθήκη των Λόγων που ο Κύριος είπε στην Σαμαρείτιδα: "Πνεύμα ο Θεός και οι προσκυνούντες αυτόν πρέπει να προσκυνούν πνευματικά και αληθινά" (Ιωάννης: δ' 24).
Σημ. του Σπορέα: Ο διάκονος Χαραλαμπάκης, - όπως οι κατήγοροι του τον αποκαλούν - δεν ήταν απλά διάκονος, αλλά έφερε τον ιερατικό βαθμό του Αρχιμανδρίτη, με το όνομα Σεραφείμ, όμως λόγω του ταπεινού πνεύματος που τον διακρίνει, δεν αναφέρεται καθόλου σ' αυτό. Δεν καθαιρέθηκε επειδή μνηστεύτηκε, αλλά "ΑΥΤΟΚΑΘΑΙΡΕΘΗΚΕ" μόνος του επειδή γνώρισε τον Κύριο Ιησού Χριστό σαν σωτήρα του. Αποσχηματίστηκε, αφήνοντας το ράσσο, στις 14 Φεβρουαρίου του 1955, στην Αγία Τριάδα Αμπελοκήπων. Ιδιώτης πλέον, του έγινε μια πρώτη γνωριμία (προξενιό) με μια κοπέλα στις 28 Απριλίου του 1955. Τρεις μήνες αργότερα, στις 28 Αυγούστου του 1955, ο Στυλιανός Χαραλαμπάκης παντρεύεται την εκλεκτή Στέλλα, στην "Εκκλησία του Θεού" με ποιμένα τον Νικόλαο Ζαζάνη, όπου και ζούνε μέχρι και σήμερα.
************ Επιμέλεια - Σύνταξη Γιώργος Οικονομίδης "sporeas.gr" 30/07/2007 STYLIANOS I. CHARALAMBAKIS, a former Greek Orthodox priest.
Although
at the monastery I realized that I was actually far from serving God and saving
my soul, they still considered me suitable for the priesthood. On 13 June 1943,
I was ordained a priest and remained in the Greek Orthodox priesthood for the
next 12 years.
But how could I be certain that I believed in God’s truth and not in the
religious institutions and traditions added by men over the centuries? How do I
know that I have not been deceived along with my parents and others in my
society? There is an old [Greek] adage which says, “Among men, to know yourself
is most difficult”. This proverb testifies and shows that people are in complete
ignorance and do not know the nature of God or man. Consequently, they have
neither rendered to God the adoration which He truly deserves, nor to man the
honour he deserves. Ignorance has planted false doctrines in their hearts,
leading them astray and deceiving them not only from matters of life but also in
regard to the true worship of God.
I was exactly in such a condition albeit unwittingly. Thankfully, God did not
leave me to wander about in my poverty stricken spirit. Help came and, as I
studied His divine word, He showed me the way to become a servant of the spirit
and not of the letter.
Matthew 5:3
says,
“Blessed are the poor in spirit: for theirs is the kingdom of heaven.”
Those words were truly the start of my spiritual journey. The Lord taught me
that with the power of the Holy Spirit, I must free myself of all manner of
selfishness and pride, and become like a harmless and innocent child. I
discovered true worship (John 4:24) and my real vocation in life (Matt28:19,
Mark 16:15) by systematically researching the Bible and as a result of the light
which the Divine Light-Giver was giving to my heart.
The word of God now began to work in my heart and gave me the absolute certainty
that the doctrines which we inherited from our forefathers, with all the
emphasis on empty formalities and rituals, were not taught by the Lord and the
Apostles. The Bible informs us that
“God
is a Spirit” (John 4:24).
Worshipping and serving God must conform to His nature. Surely the material
things, like ecclesiastical vessels, priestly vestments, etc., get in the way of
true worship, because their physical nature is not at all like the spiritual
nature of God.
The early apostolic Church never used religious ceremonies and rituals such as
those performed by the Greek Orthodox priests. Neither did they use material
objects or other items to convey their worship. Instead, the believers
“continued stedfastly in the apostles' doctrine and fellowship, and in breaking
of bread, and in prayers.” (Acts 2:42).
As soon as the Lord revealed these truths to me, I stopped believing in the
Greek Orthodox traditions and oral teachings. Of course, when my bishop branded
me as a “heretic”, I began to face difficult persecution. Nevertheless, the Word
of God gave me much comfort since He would not allow me to be tempted more than
I could bear (1Cor 10:13). I would always loudly repeat with boldness those
encouraging words of the Apostle Paul, “I can do all things through Christ which
strengtheneth me” Philippians
4:13.
I realised that I had to pass through a furnace in order to strengthen my
character and prove my trust in God. I was certain that a lamb, under the
watchful eye of God, will not be eaten by a wolf.
Serious issues continued to occupy my mind. It was not just that the ritualistic
way of worship was not in agreement with the Word of God, but the priesthood
should no longer exist. The sacrifice of our Lord abolished the need for the Old
Testament priesthood. The sacrifices
which were performed by the priests of the Old Testament foreshadowed the unique
sacrifice of Christ. Since the Lord Himself made that sacrifice, we must accept
that the priesthood was transferred to Him. This is what the Bible emphasises in
Heb 7:23-25 and 9:12. Christ’s death on the cross fulfilled the propitiation,
thus removing the need for priests. They should no longer exist because no more
sacrifices are made. The word of God is clear about this matter.
Hebrews 10:12-14
12
But this man, after he had offered one
sacrifice for sins forever, sat down on the right hand of God;
13 From henceforth expecting till his enemies be made his
footstool. 14 For by one
offering he hath perfected for ever them that are sanctified.
According to the Bible, there should be no priesthood. Ever since Christ was
sacrificed on the cross there exists “a royal priesthood” (1Peter 2:9) made up
of all believers in the Redeemer Jesus who
“hath made us kings and priests unto God and his Father” (Revelation
1:6).
Furthermore, human priests cannot forgive sins but only Christ can. He was
sacrificed in order to forgive sinners.
Matthew 9:6
“The Son of man hath power on earth to forgive sins.” Salvation is granted by
believing in the redeeming work which Christ did on the cross. Ephesians
2:8-9 8
For by grace are ye saved through faith;
and that not of yourselves: it is
the gift of God: 9
Not of works, lest any man should boast.
Consequently, the priestly clergy are not the custodians and distributors of
divine grace. Orthodox doctrine is wrong when it claims the priests have the
authority to bind and loose (Matt 18:18). The Orthodox Church misinterprets this
verse in applying the function to the priests. The New Testament nowhere
mentions that the Apostles ever made use of this authority. They never invited
people to come and confess their sins to them. The authority of binding and
loosing which the Lord gave his Apostles was in relation to matters of
discipline in the Christian community.
Until the 3rd century A.D. the Christian Church regarded all
believers as priests, without exception. Each believer is a member of the one
and only priest, Jesus Christ. This is confirmed in the writings of the Church
Fathers, e.g. Tertullian, Justin, Irenaeus of the 2nd century and
Origen of the 3rd century. Also other documents such as the
Didache of the Apostles, Epistle of
Clement and Epistle of Polycarp
refer to only two ecclesiastical offices, namely, bishop or elder, and deacon.
Only the Epistles of Ignatius of Antioch
(2nd century) speak about priests and high priests. Balanos, a
professor of theology, wrote in his
Patrologia (pp.48, 51,52) that these epistles were forged in the 4th
and 5th centuries A.D. However, the Word of God is clear on this, and
what those epistles say is unimportant.
Now that I had more Biblical understanding, I had to decline the promotion which
my superiors offered me. With my newfound faith, I felt the Lord calling me to
resign from the priesthood which had been a big obstacle in my spiritual
progress. I sought forgiveness, through the blood of Christ, from my God and
Father for all the sins which I committed in my life, including those done in
ignorance. Immediately, I lifted up my voice, thanking God for His precious
promise that He would not remember my unrighteousness, sins and iniquities
anymore.
Hebrews 8:12
For I will be merciful to their unrighteousness, and their sins and their
iniquities will I remember no more.
I left the [Greek Orthodox] Church which I served for 12 whole years and became
part of the Evangelical Church, not so that I would be an enemy of the former
but rather its friend. As a Protestant, free from the tyranny of the Bishops who
forced me to see only as far they could see, I could, as a Greek citizen
respecting the laws, raise my voice in anxiety and pain, and call my former
fellow priests to repentance - “Repent and believe the Gospel.”
Now I am a minister of God “… not of the letter, but of the spirit: for the
letter killeth, but the spirit giveth life” (2
Corinthians 3:6). I see the aspiration of my life freed from the dead
formalities. I will hold on to those words which the Lord said to the Samaritan
woman, “God is a Spirit: and they that worship him must worship
him in spirit and in truth.” (John
4:24)
He was not defrocked by his superiors but because he believed in Christ as his Saviour, he resigned from the priesthood of the Church of the Holy Trinity in Ampelokipi, Athens on 14 February 1955. After he became a private citizen, through a mutual friend, he met a fine young lady on 28 April 1955. Three months later, on 28 August 1955, he married Stella at the Church of God, Athens. The ceremony was performed by the then pastor, Nicolas Zazanis. Charalambakis’s marriage lasted until his death in 2009.
Δείτε επίσης: "ΑΝΟΡΘΟΔΟΞΙΕΣ"
Οι διευθύνσεις που μπορείτε να μας βρείτε είναι: |